Breaking News

Κύπρος


Βρετανός που υπηρέτησε το 1956 στην Κύπρο σπάει τη σιωπή του για τα βασανιστήρια στις Πλάτρες και το φρικτό θάνατο αγωνιστή
Βρετανός που υπηρέτησε το 1956 στην Κύπρο σπάει τη σιωπή του για τα βασανιστήρια στις Πλάτρες και το φρικτό θάνατο αγωνιστή

Της Ελίνας Σταματίου

 

  • Από την πατρίδα του τη Σκωτία κλήθηκε το 1955 να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στην Κύπρο. Ογδόντα δύο ετών σήμερα σπάει τη σιωπή του και μιλάει για όλα
  • Οι απάνθρωπες εκδικητικές έρευνες στα σπίτια Ε/κ, τα βασανιστήρια κατά τις ανακρίσεις, αλλά και ο θάνατος ενός κρατούμενου αγωνιστή, για τον οποίο ο νεαρός γιατρός του τάγματός του, αρνήθηκε να υπογράψει
  • Πώς συνδέεται η συγκλονιστική του μαρτυρία, με το φρικτό τέλος του ήρωα της ΕΟΚΑ, Ανδρέα Παναγιώτου το 1956 στα κελιά των Πλατρών, υπόθεση που τελικά κουκουλώθηκε από τις αποικιοκρατικές αρχές 

 

Οι φωνές των κρατουμένων στα κελιά σκέπαζαν τους ήχους του εγκλήματος εκείνης της νύχτας. «Yes sir! Yes sir! Yes sir!» Αν κάποιον τον πρόδιδε η κούραση και έκλεινε για λίγο τα μάτια, ξυπνούσε από τα χτυπήματα των γκλομπς, κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό, τότε περνούσε και μερικές ώρες μέσα στο παγωμένο νερό της γούρνας που υπήρχε έξω από το χιονισμένο στρατόπεδο των Πλατρών.

Ήταν ξημερώματα της 19ης Νοεμβρίου του 1956 όταν ο 28χρονος αγωνιστής της ΕΟΚΑ Ανδρέας Παναγιώτου ανακρίθηκε μέχρι θανάτου από τους Βρετανούς. Ήξεραν πως γνώριζε πολλά και γι αυτό δεν δίστασαν να τον βασανίσουν μέχρι τη στιγμή που θα άφηνε την τελευταία του πνοή.

Κάπου εκεί στο ίδιο στρατόπεδο ένας 19χρονος Βρετανός στρατιώτης θα μάθει μερικές μέρες αργότερα από τον καλύτερό του φίλο, δεκανέα στο τάγμα που υπηρετούσαν, πως ένας κρατούμενός τους πέθανε από βασανιστήρια. Δεν έμαθε ποτέ το όνομά του ανθρώπου αυτού, αλλά σήμερα στα 82 του χρόνια από την μακρινή Αυστραλία που ζει, και έχοντας τη γενναιότητα που, όπως παραδέχεται, δεν είχε τότε, καταθέτει την μαρτυρία του, αλλά και όλα όσα έζησε τα δύο χρόνια της θητείας του στην Κύπρο.

“Δεν ήμουν αρκετά γενναίος για να μιλήσω…”

Ο Μπράιαν Ρομπερτσον από το Άμπερντεν της Σκωτίας, 82 ετών και μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας σήμερα, ήταν κι αυτός ένας από τους χιλιάδες Βρετανούς που την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ ΄55-59 κλήθηκαν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία στην Κύπρο.

Ο Ρόμπερτσον εντάχθηκε στις τάξεις του βρετανικού στρατού και συγκεκριμένα του πρώτου Τάγματος των Gordon Highlanders το οποίο μεταφέρθηκε στην Κύπρο το 1955 και παρέμεινε μέχρι και τον Δεκέμβρη του 1956, οπόταν και αποχώρησε.

Ο Βρετανός βετεράνος μίλησε στο OMEGAlive για τους 24 μήνες που πέρασε στο νησί ως απλός στρατιώτης, αποκαλύπτοντάς μας πτυχές για τις οποίες τότε στα 19 του δεν είχε, όπως παραδέχεται, το θάρρος να αναφέρει σε κανένα.

Η στρατιωτική περιπέτεια του κ. Ρόμπερτσον ξεκίνησε από το στρατόπεδο του Ξερού (Aberdeen Camp) τον Οκτώβριο του 1955 και στο οποίο παρέμεινε μέχρι μέσα Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου.

brian-robertson.jpg

Ο Μπράιαν Ρόμπερτσον

Από εκεί ο λόχος του μεταφέρθηκε στο Pinewood του Τροόδους όταν οι Εγγλέζοι ενέτειναν τις έρευνές τους για εντοπισμό και σύλληψη ανταρτών, ενώ τον Μάιο του 1956 επέστρεψε στον Ξερό. Αρχές Αυγούστου του 1956 ο ίδιος μαζί με το αρχηγείο του τάγματός του κατέληξαν στο Forest Park των Πλατρών όπου και παρέμειναν μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας τους, στις 21 Δεκεμβρίου του 1956.

Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών ο Μπράιαν Ρόμπερτσον έκανε φιλίες που κράτησαν μέσα στο χρόνο, αλλά «κληρονόμησε» και αναμνήσεις που τον στοιχειώνουν μέχρι σήμερα.

Μία από αυτές, λέει, ήταν όταν λάμβανε μέρος στις εξονυχιστικές έρευνες που διενεργούσε ο βρετανικός στρατός σε σπίτια Ε/κ για τους οποίους υπήρχαν υποψίες ότι συμμετείχαν στην ΕΟΚΑ.

«Μισούσα αυτή τη διαδικασία και ήξερα ότι ήταν λάθος, αλλά δεν ήμουν αρκετά γενναίος για να μιλήσω», παραδέχεται.

Ο 19χρονος τότε Ρόμπερτσον απέφευγε να συμμετέχει σ΄αυτές τις έρευνες, προτιμώντας να μένει έξω ως φρουρός των στρατιωτικών οχημάτων. Ωστόσο υπήρξαν και φορές που δεν μπορούσε να το αποφύγει. Τότε, όπως μας λέει, προσπαθούσε να εκτελεί τα καθήκοντά του όσο πιο διακριτικά και προσεκτικά μπορούσε. Υπήρχαν όμως και αρκετοί συνάδελφοί του στο στράτευμα που, όπως παραδέχεται, έβλέπαν αυτές τις έρευνες σαν μια καλή ευκαιρία εκδίκησης της ΕΟΚΑ. Γι αυτό και μπαίνοντας σε οικίες απλών χωρικών, πολλοί συνάδελφοί του, έσπαζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, έχυναν σακιά με σιτάρι και άλλα τρόφιμα των ιδιοκτητών τους και στη συνέχεια περπατούσαν εσκεμμένα από πάνω για να τα αχρηστεύσουν, ενώ παράλληλα κατέστρεφαν τα πάντα.

Ρωτώντας τον για το θέμα των βασανιστηρίων κατά κρατούμενων αγωνιστών, ο Μπράιαν Ρόμπερτσον παραδέχεται πως τότε δεν γνώριζε τίποτα για τα όσα λάμβαναν χώρα μέσα στα κρατητήρια, αλλά θυμάται μία περίπτωση που του είχε αποκαλύψει ο καλύτερός του φίλος και δεκανέας του Ιατρείου του Τάγματος των Gordon Highlanders, Κέβιν Τέιλορ, ο οποίος πέθανε πριν ένα χρόνο.

“Με τον Κέβιν υπηρετήσαμε μαζί στον Ξερό κατά τους τελευταίους μήνες του 1955 και έπειτα στο Τρόοδος και τις Πλάτρες μαζί με τον λόχο μας (D Company). Κάποια μέρα λοιπόν, δεν θυμάμαι ακριβή ημερομηνία, ο Κέβιν μου είπε πως ο νεαρός γιατρός που είχαμε στο τάγμα και ο οποίος είχε τον βαθμό του λοχαγού, αρνήθηκε να υπογράψει το πιστοποιητικό θανάτου ενός κρατούμενου αγωνιστή που βρέθηκε νεκρός, γιατί όλη την προηγούμενη νύχτα τον είχαν δεμένο μέσα σε μια δεξαμενή με νερό. Γι αυτό και οι υπεύθυνοι αναγκάστηκαν να φέρουν κάποιον άλλο παλιό στρατιωτικό γιατρό για να υπογράψει το πιστοποιητικό θανάτου. Δεν έμαθα ποτέ ποιο ήταν το όνομα του κρατούμενου που πέθανε στο στρατόπεδό μας”

kevin-taylor.jpg

Σε κόκκινο κύκλο ο φίλος του Ρόμπερτσον, Κέβιν Τέιλορ

Ένα άλλο περιστατικό που έμεινε χαραγμένο στην μνήμη του 82χρονου Βρετανού, ήταν μία νύχτα στο Pinewood στο Τρόοδος που δεν κατάφερε να κλείσει μάτι από τους δυνατούς ήχους ξυλοδαρμού συλληφθέντων που ακούγονταν απ’ έξω.

“Τότε δεν γνώριζα τίποτα, σήμερα όμως είμαι βέβαιος ότι Βρετανοί συμμετείχαν σε βασανιστήρια κατά κρατουμένων. Και όσο μεγαλώνω τόσο πιο σίγουρος είμαι γι αυτό”, μας λέει χαρακτηριστικά, και παραδέχεται πως αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που πριν μερικά χρόνια αποφάσισε τις εμπειρίες του να τις συμπεριλάβει σε ένα βιβλίο, το οποίο και εκδόθηκε το 2017, με τίτλο ‘A Gordon for me’.

Άλλωστε, όπως μάς είπε, για τον ίδιο το γεγονός της ανοχής και ενθάρρυνσης από πλευράς στρατού σε σχέση με την απαράδεκτη συμπεριφορά μελών του κατά τη διάρκεια ερευνών σε σπίτια φτωχών χωρικών, ήταν ενδεικτική ότι ίσως και το χειρότερο, να ήταν επίσης ανεκτό. Τότε όμως, όπως παραδέχεται, δεν ήταν αρκετά γενναίος για να μιλήσει.

Ο “άγνωστος” νεκρός της μαρτυρίας Ρόμπερτσον

Η συγκλονιστική μαρτυρία του 82χρονου σήμερα Βρετανού ότι ένας από τους κρατούμενος στο στρατόπεδό τους βρέθηκε νεκρός, μετά από μια ολόκληρη νύχτα που κρατείτο δεμένος μέσα σε δεξαμενή με νερό, και το όνομα του οποίου δεν έμαθε ποτέ, μάς έκανε να ανατρέξουμε στα αρχεία της εποχής, σε μία προσπάθεια να βρούμε με ποιον από τους 14 συνολικά θανατωθέντες από βασανιστήρια αγωνιστές, συνδέεται η συγκεκριμένη μαρτυρία.

Ο Μπράιαν Ρόμπερτσον υπηρέτησε στην Κύπρο από τον Οκτώβριο του 1955 μέχρι τέλος Δεκεμβρίου του 1956.

Σε εκείνο το διάστημα μέσα στα κολαστήρια των βρετανικών ανακριτηρίων πέθαναν δύο αγωνιστές, ο Γεώργιος Νικολάου και ο Ανδρέας Παναγιώτου. Ο πρώτος στις 13 Νοεμβρίου 1956 στο στρατόπεδο του Ξερού και ο δεύτερος έξι μέρες αργότερα στα κρατητήρια των Πλατρών.

Από τις δύο αυτές περιπτώσεις, η μόνη που χωρο-χρονικά ταιριάζει απόλυτα με την μαρτυρία του Βρετανού βετεράνου είναι αυτή του Ανδρέα Παναγιώτου που βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις Πλάτρες το πρωί της 19ης Νοεμβρίου 1956, διότι εκείνη την περίοδο ο 19χρονος τότε Ρόμπερτσον είχε μεταφερθεί μαζί με το αρχηγείο των Gordon Highlanders στις Πλάτρες όπου και παρέμειναν μέχρι το τέλος της θητείας τους, στις 26 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου.

Από την πρώτη στιγμή στον αγώνα

Ο Ανδρέας Παναγιώτου καταγόταν από τον Πολύστυπο της επαρχίας Λευκωσίας και εργαζόταν στο μεταλλείο Μιτσερού. Στον αγώνα της ΕΟΚΑ εντάχθηκε από την αρχή, μαζί με τη σύζυγό του Κυριακή. Οι δυο τους βοηθούσαν στη διανομή χειροβομβίδων που κατασκευάζονταν σε εργαστήρι που η Οργάνωση εγκατέστησε στο χωριό τους, και με τις οποίες εφοδιάζονταν οι αντάρτικες ομάδες των τομέων Πιτσιλιάς και Κύκκου και οι τομείς Λευκωσίας και Λεμεσού.

andreas-panayiotou.jpg

Ο ήρωας της ΕΟΚΑ Ανδρέας Παναγιώτου

Η οργάνωση χρησιμοποιούσε το σπίτι του ζευγαριού ως αρχηγείο της περιοχής, όπου διέμενε ο τομεάρχης, ενώ εκεί κατέληγαν αγωνιστές που δραπέτευαν από τα κρατητήρια.

«Μας έβαζαν να φωνάζουμε ‘Yes sir!’ Κοντά στο ξημέρωμα σταματήσαμε... είχαν σκοτώσει τον Ανδρέα»

Το 1956 και συγκεκριμένα στις 8 Νοεμβρίου, ο 28χρονος τότε Ανδρέας Παναγιώτου συλλαμβάνεται από τις αποικιοκρατικές αρχές και μεταφέρεται στα κρατητήρια των Πλατρών, μαζί με άλλους είκοσι περίπου αγωνιστές της περιοχής. Ανάμεσά τους, οι συγχωριανοί και φίλοι του, Ανδρέας Δαμιανού και Κυριάκος Ξενοφώντος. Οι δύο αυτοί άνθρωποι είχαν τοποθετηθεί μαζί με τον Παναγιώτου και άλλα τέσσερα άτομα στο ίδιο δωμάτιο-κελί, και είχαν την ατυχία να ζήσουν τις τελευταίες στιγμές του αγαπημένου τους φίλου.

Τόσο ο Ανδρέας Δαμιανού, όσο και ο Κυριάκος Ξενοφώντος, αν και σε προχωρημένη ηλικία σήμερα, θυμούνται καθαρά όσα έζησαν τότε, και μάς τα εξιστόρησαν μιλώντας στο OMEGAlive.

Ο Ανδρέας Δαμιανού, συνταξιούχος ακαδημαϊκός, μιλώντας για πρώτη φορά δημόσια για εκείνες τις εφιαλτικές μέρες που έζησε ως κρατούμενος των Άγγλων, δεν κρύβει πως οι αναμνήσεις αυτές εξακολουθούν να τον βασανίζουν μέχρι σήμερα.

«Όταν οι Βρετανοί επέβαλαν στις 8 Νοεμβρίου κατ΄οίκον περιορισμό στον Πολύστυπο, κουκουλοφόρος προδότης με υπέδειξε όπως και άλλους συγχωριανούς αγωνιστές και οδηγηθήκαμε όλοι στο κέντρο κράτησης των Πλατρών. Αρχικά μας έβαλαν τρεις-τρεις σε κάθε κελί, ουσιαστικά ήταν δωμάτια ενός παλιού ξενοδοχείου της περιοχής που οι Άγγλοι είχαν μετατρέψει σε στρατόπεδο και κέντρο κράτησης»

«Τότε ήμουν 20 χρονών και είχα το όνομα του πατέρα μου, Μιχαήλ, και οι Άγγλοι με είχαν μπερδέψει με κάποιον άλλο αγωνιστή της περιοχής κι έτσι βρέθηκα κι εγώ κρατούμενος μαζί με 20 περίπου αγωνιστές της περιοχής, ανάμεσα στους οποίους και ο φίλος και συγχωριανός μου Ανδρέας Παναγιώτου. Πριν από εκείνη τη στιγμή οι Άγγλοι με είχαν συλλάβει ξανά στην Λευκωσία, για την απόπειρα κατά του τότε κυβερνήτη Αρμιτάζ. Ωστόσο μη έχοντας ικανοποιητικά στοιχεία εναντίον μου, ο δικηγόρος μου κατάφερε να με αθωώσει και να με αφήσουν ελεύθερο»

«Από την αρχή ήμουν στο αγώνα της ΕΟΚΑ, και στον Πολύστυπο κάναμε αρκετή παρέα με τον Παναγιώτου, αλλά δεν γνωρίζαμε τότε ο ένας για την εμπλοκή του άλλου στην οργάνωση»

Για τις ανακρίσεις ο Δαμιανού θυμάται πως αυτές γίνονταν πάντα νύχτα. Τον ίδιο μάλιστα όπως μάς αποκάλυψε, τον έβγαζαν γυμνό στο χιόνι, ενώ πολλές φορές τον τοποθετούσαν μέσα σε μια γούρνα με παγωμένο νερό. Το χειρότερο βασανιστήριο όμως ήταν το βράδυ, όταν έπαιρναν κάποιο για ανάκριση.

«Εμάς τους υπόλοιπους μας υποχρέωναν να φωνάζουμε όλη νύχτα ασταμάτητα ‘Yes, sir!’, προφανώς για να καλύπτουμε με τη φωνή μας τα χτυπήματα και τις κραυγές αυτού που βασάνιζαν. Όταν κάποιου έκλειναν τα μάτια του και σταματούσε το ‘Yes, sir’, τον χτυπούσαν οι στρατιώτες με γκλομπ στο κεφάλι. Ήταν εξουθενωτικό, να μην αντέχεις, να κλείνουν τα μάτια σου και να πρέπει να φωνάζεις το ίδιο πράγμα συνέχεια μέχρι το ξημέρωμα»

Πάντως, όπως παραδέχεται, τα βασανιστήρια που έκαναν οι Άγγλοι στον ίδιο ήταν πολύ πιο περιορισμένα σε σχέση με τα όσα έκαναν στον Ανδρέα Παναγιώτου.

«Την τελευταία νύχτα πριν ξεψυχήσει τον έφεραν στο δωμάτιο που ήμουν κι εγω. Ο άνθρωπος που θυμόμουν, που ήταν πάντα χαρούμενος, ευδιάθετος, γελαστός, δεν υπήρχε πια. Είδα έναν άνθρωπο εξαντλημένο, σκυθρωπό, αλλά με το βλέμμα του ακόμη σπινθιροβόλο, όπως το ήξερα. Για κάποιο λόγο όταν τον έβαλαν μαζί μου με απέφευγε. Εγώ πήγαινα κοντά του τον ρωτούσα αν είναι καλά, αλλά δεν μου μιλούσε, δεν μου έλεγε λέξη. Μόνο όταν τον ρώτησα αν του έδωσαν να φάει κάτι, έγνεψε με το κεφάλι ‘όχι’. Μετά τον ρώτησα αν θέλει να πω να του φέρουν κάτι να φάει και μου ξανά έγνεψε με το κεφάλι ‘ναι’. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν έτσι μαζί μου, τόσο απόμακρος, αμίλητος, σαν να του ήμουν άγνωστος, αργότερα όμως το κατάλαβα... δεν ήθελε οι Άγγλοι να τον συνδέσουν μαζί μου, προσπαθούσε να με προστατέψει»

«Πήγα στον φρουρό και τον παρακάλεσα να φέρει κάτι να φάει γιατί ήταν νηστικός. Ήταν καλό παιδί ο φρουρός και πήγε και έφερε λίγο σταφύλι. Του το έδωσα και άρχισε να τρώει. Χάρηκα που τον έβλεπα να τρώει κάτι. Όμως ενώ δεν είχε προφτάσει να φάει 3-4 ρώγες, μπήκε μέσα στο δωμάτιο ένας Άγγλος τον τράβηξε σηκωτό και τον έβγαλε έξω»

Εκείνη ήταν κι η στιγμή που ο Ανδρέας Δαμιανού έβλεπε για τελευταία φορά ζωντανό τον φίλο του από τον Πολύστυπο.

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν ήρθαν και τον πήρανε... από την μια στιγμή στην άλλη φωτίστηκε το πρόσωπό του, χαμογέλασε, ξανά είδα για ένα δευτερόλεπτο τον Αντρέα που ήξερα. Μου ψέλισε κάτι, αλλά δεν κατάλαβα. Εκείνη τη νύχτα μάς έβαλαν πάλι να φωνάζουμε ‘Yes, sir!’ και κάπου στο ξημέρωμα μας άφησαν να σταματήσουμε, τον είχαν σκοτώσει τον Αντρέα»

Ο Ανδρέας Δαμιανού και οι άλλοι συλληφθέντες, λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Παναγιώτου αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο ίδιος έμαθε από τους δικούς του για τον θάνατο του φίλου του, τον οποίο και δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει γιατί είχε ήδη γίνει η κηδεία του. Πήγε όμως, όπως μάς είπε, στον τάφο του και έκλαψε.

Ο Ανδρέας Δαμιανού κουβαλάει ακόμη τα προβλήματα που του άφησαν τα βασανιστήρια και οι κακουχίες των Βρετανών στις Πλάτρες. Αμέσως μετά την απόλυσή του έπαθε οξείς ρευματισμούς και έμεινε παράλυτος για έξι μήνες. Αν και κατάφερε γρήγορα να σηκωθεί και να αναρρώσει, οι πόνοι στα πόδια του δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ, αφού τους κουβαλάει μέχρι σήμερα. 

«Μου έδωσαν να πλύνω μια κατσαρόλα γεμάτη με αίμα...»

Ο δεύτερος από τους επτά συνολικά κρατούμενος στο κελί του Παναγιώτου, ο συναγωνιστής του Κυριάκος Ξενοφώντος, στα 90 του σήμερα μίλησε στο OMEGAlive και μάς επιβεβαίωσε όλα όσα μάς είπε ο Ανδρέας Δαμιανού για τις εφιαλτικές μέρες που πέρασαν στο κέντρο κράτησης των Πλατρών.

Την πρώτη μέρα που τους μετέφεραν στις Πλάτρες τους έβγαλαν, όπως μάς είπε ο κ. Ξενοφώντος, τα ρούχα και τους έστησαν με το πρόσωπο στον τοίχο χτυπώντας τους παντού.

«Για ανάκριση μας έπαιρναν έναν-έναν. Οι ανακρίσεις γίνονταν πάντα νύχτα. Τους υπόλοιπους στα κελιά μας υποχρέωναν να φωνάζουμε ‘Yes sir’ όλη νύχτα. Όποιον τον έπαιρνε ο ύπνος για λίγο έτρωγε ξύλο, ή τον έπαιρναν μέσα στη γούρνα και του έριχναν παγωμένο νερό να ξυπνήσει»

Τον Κυριάκο Ξενοφώντος τον πήραν για ανάκριση το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου του 1956.

«Ήταν θυμάμαι επτά βασανιστές, οι τέσσερις ήταν Τ/κ. Για δυόμιση ώρες με χτυπούσαν αλύπητα. Ήθελαν να τους αποκαλύψω μυστικά του αγώνα και να προδώσω για μια επιχείρηση της ΕΟΚΑ στην Κυπερούντα. Μάλιστα όταν με έβαλαν στο δωμάτιο της ανάκρισης με υποχρέωσαν να φορέσω κουκούλα για να υποδείξω κάποιον, αλλά αμέσως την πέταξα από πάνω μου και τους είπα δεν ξέρω τίποτα. Εκείνη τη στιγμή άρχισε το άγριο ξύλο. Θυμάμαι ο τοίχος του δωματίου ήταν πέτρινος και η πέτρα δεν ήταν λεία. Έπαιρναν το κεφάλι μου και το χτυπούσαν με δύναμη πάνω σε εκείνο τον τοίχο.Ο Θεός ξέρει πώς άντεξα»

«Στο δωμάτιο-κελί στις Πλάτρες όλο κι όλο 15 τετραγωνικά μάς είχαν συνολικά 7 άτομα. Το μόνο που είχε μέσα ήταν δύο σιδερένιες καρκολούες, μία στην μια πλευρά και μία στην άλλη. Τον Ανδρέα τον είχαν θυμαμαι απομονωμένο στην γωνιά απέναντί μας. Επειδή οι Άγγλοι είχαν πληροφορίες για εμένα και τον Ανδρέα, μάς είχαν στο μάτι. Έμπαιναν Τούρκοι και Εγγλέζοι στρατιώτες ξαφνικά μέσα και μας χτυπούσαν, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να τρομοκρατήσουν τους υπόλοιπους»

«Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποια στιγμή που μπήκαν μέσα δύο Άγγλοι στρατιώτες και ένας Τ/κ ο οποίος ήρθε κατά πάνω μου και μου έδωσε μια δυνατή μπουνιά στο σβέρκο. Το κεφάλι μου καρφώθηκε στη γωνιά του τοίχου και έμεινα εκεί, φύρτηκα. Όταν με χτύπησε γυρίζει στους άλλους και λέει ‘Είδετε τι έπαθε τούτος; Εν να πάθετε κι εσείς το ίδιο αν δεν μιλήσετε’»

Οι Άγγλοι έφερναν για φαγητό λίγο ψωμί ή σταφύλι, αλλά έδιναν σε όλους εκτός από τον Ανδρέα Παναγιώτου και τον Κυριάκο Ξενοφώντος.

«Σε κάποια στιγμή είπα στον Δαμιανού που ήξερε Άγγλικά και μπορούσε να μεταφράσει, να πει του δεκανέα τους ότι είμαστε κι εμείς πλάσματα και πρέπει να φάμε κάτι. Του το είπε και μάς έφεραν από μια λεπτή φέτα ψωμί»

«Σε εκείνο το κέλι θυμάμαι που σε κάποια στιγμή γύρισα στον Ανδρέα Παναγιώτου που ήταν απέναντι στη γωνιά και του λέω... ‘Ανδρέα, κράτα να αντέξουμε, να μην τους πούμε κουβέντα’. ‘Στην μηχανή του κεϊμά να με βάλουν δεν θα με κάνουν να μιλήσω’, μου απάντησε»

Για την τελευταία νύχτα του Ανδρέα Παναγιώτου, ο Κυριάκος Ξενοφώντος θυμάται που ήρθαν και τον πήραν για ανάκριση.

«Ήταν η τελευταία στιγμή που τον είδαμε ζωνταντό. Εκείνο το βράδυ τον σκότωσαν»

Την επομένη έπεσε στα χέρια τους μια εφημερίδα και πρόλαβαν να δουν, πριν τους την πάρουν οι Εγγλέζοι και τη σκίσουν, την είδηση ότι η σορός του Παναγιώτου μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο στη Λευκωσία.

«Συνολικά στις Πλάτρες κάτσαμε 22 μέρες. Ήταν ένας εφιάλτης. Του θείου μου του ιερέα που είχε συλληφθεί κι αυτός μαζί μας, έμαθα ότι έβαλαν τα σκυλιά και δάγκωσαν τα γεννητικά του όργανα. Εμένα μάλιστα κάποια στιγμή μου έδωσαν μια κατσαρόλα να την αδειάσω και να την πλύνω. Μέσα ήταν γεμάτη αίμα... Σκέφτηκα ότι τελικά μπορεί το αίμα αυτό να ήταν του θείου μου του παπα-Γιάννη» 

Πιστοποίηση θανάτου στις Πλάτρες... από γιατρό του BMH Λευκωσίας!

Ο πρώτος γιατρός που εξέτασε το νεκρό σώμα του Ανδρέα Παναγιώτου ήταν ο στρατιωτικός γιατρός Φίλιπ Μπάρκερ του οποίου αν και η βάση του ήταν το British Military Hospital (BMH) στην Λευκωσία, υπέγραψε το πιστοποιητικό θανάτου του αγωνιστή, υποστηρίζοντας πως εκείνες τις μέρες «έτυχε» να βρίσκεται στις Πλάτρες για υπηρεσία.

Ο εν λόγω γιατρός στο πλαίσιο της θανατικής ανάκρισης είχε πει πως ζήτησε να μεταφέρουν το πτώμα έξω από το κελί στον διάδρομο, όπου υπήρχε περισσότερο φως. Αυτό έγινε την 19η Νοεμβρίου 1956, στις 08.30 το πρωί.

Ο νεκρός σύμφωνα με την κατάθεση του Μπάρκερ φορούσε παντελόνι, πουκάμισο και σακάκι. Σήκωσε το πουκάμισό του για να ακούσει αν είχε παλμούς, ενώ δεν διέκρινε τίποτα που να αιτιολογεί τον θάνατό του, που όπως εκτίμησε είχε επέλθει δύο ώρες νωρίτερα. Τα πόδια και τα χέρια του Παναγιώτου ήταν παγωμένα, αλλά ο κορμός του σώματός του ήταν ακόμη ζεστός. Ο γιατρός είπε επίσης πως εντόπισε λίγες μελανιές στην κοιλιά, αλλά τίποτα δεν του έδωσε την εντύπωση ότι ο Παναγιώτου είχε υποστεί βασανιστήρια.

Υποστήριξε εξάλλου πως δεν θυμόταν να είδε αίμα στο πουκάμισό του, ούτε θυμόταν αν σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του όταν τον εξέτασε.

Στην αντεξέτασή του κατά τη διάρκεια της θανατικής ανάκρισης, ο γιατρός Μπάρκερ είπε ότι εξέτασε τα γόνατα και τις κνήμες του νεκρού, αλλά όχι το πίσω μέρος του σώματος, ενώ κατέθεσε ότι εξέτασε το στόμα του, αλλά δεν θυμόταν αν εντόπισε τραυματισμούς.

Συνεχίζοντας την κατάθεσή του ο Βρετανός στρατιωτικός γιατρός, είπε πως δεν θυμόταν αν υπήρχαν μελανίες στο άνω χείλος, και πως δεν εξέτασε τα αριστερά πλευρά για να δει αν υπήρχαν κατάγματα. Μάλιστα πάνω σε αυτό υποστήριξε πως είναι δύσκολο για έναν γιατρό να εξακριβώσει τέτοια κατάγματα όταν έχει απέναντί του ένα νεκρό. Σε σχέση με τις μελανιές στην κοιλιά είπε πως αυτές ήταν πρόσφατες και βρίσκονταν στο κάτω μέρος, δεξιά και αριστερά, ενώ προσδιόρισε πως αυτές δημιουργήθηκαν 10-48 ώρες νωρίτερα. Σε σχέση με την ώρα θανάτου, από την επιτόπια εξέταση, εκτίμησε πως είχε επέλθη περίπου δύο ώρες νωρίτερα, δηλαδή γύρω στις 06.30 το πρωί.

Τα «αποκαλυπτήρια» της ιατροδικαστικής

Το πτώμα του ήρωα από τον Πολύστυπο αναγνώρισε στο νεκροτομείο ο πατέρας του, Παναγής Φτελλής, στις 20 Νοεμβρίου του 1956 οπόταν και πραγματοποιήθηκε η νενομισμένη νεκροτομή από τον γιατρό Κλέρκιν.

Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, όπως αυτός φυλάσσεται στο κρατικό αρχείο, η ιατροδικαστική έκθεση σημείωνε πως στο σώμα του Παναγιώτου εντοπίστηκαν μώλωπες σε γόνατα, πατούσες, δάχτυλα του δεξιού ποδιού, αγκώνες, χέρια, στο πίσω μέρος της λεκάνης, στο άνω χείλος, αλλά και στην μύτη. Τραύματα υπήρχαν και στο εσωτερικό του στόματος, ενώ το πρόσωπο και ο λαιμός του ήταν μαυρισμένα και πρησμένα. Δεξιά και αριστερά στο κάτω μέρος της κοιλιάς υπήρχαν σημάδια αποσύνθεσης.

Στην κοιλιά υπήρχε εκτεταμένη αιμορραγία στον υποδόριο ιστό σε όλη την έκταση του πρόσθετου κοιλιακού τοιχώματος, παρόλο που εξωτερικά δεν υπήρχε ορατό σημάδι μώλωπα. Εκτεταμένη αιμορραγία εντοπίστηκε σε περιτόναιο και μεσεντέριο.

Το παχύ έντερο ήταν άδειο εκτός από λίγο αίμα και βλέννα, ενώ μώλωπες παρατηρήθηκαν και στο εντερικό τοιχωμα, κάτι όμως που μπορεί, όπως είχε γράψει στην έκθεσή του ο ιατροδικαστής, να οφείλεται στις αλλαγές που επέρχονται λόγω αποσύνθεσης. Επίσης όπως είχε σημειώσει ο Κλέρκιν, εντοπίστηκαν στην κοιλιακή χώρα ίχνη σταφυλιού.

Από την λεπτομερή εξέταση για σημάδια διάτρησης σε στομάχι και έντερο, ο γιατρός διαπίστωσε μια μικρή διάτρηση στο λεπτό έντερο, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει κατά πόσον αυτή ήταν προθανάτια ή αποτέλεσμα της αποσύνθεσης. Υπήρχε επίσης μια μικρή μελανιά στον άνω μέρος του αριστερού νεφρού, ενώ το συκώτι, το πάγκρεας και το δεξί νεφρό δεν παρουσίαζαν κάποια ανωμαλία. Η χοληδόχος κύστη ήταν διογκωμένη και άδεια.

Στο στήθος η νεκροτομή κατέδειξε πως τα αριστερά πλευρά (από το 4ο έως το 12ο) ήταν σπασμένα, ενώ υπήρχε και ποσότητα αίματος. Η εξέταση πάντως σε καρδιά και πνεύμονες δεν έδειξε κάποια ανωμαλία.

Στο πάνω μέρος του κεφαλιού ο ιατροδικαστής βρήκε πολλές μελανιές κάτω από το δέρμα, το οστό του κρανίου ήταν λεπτότερο του φυσιολογικού αλλά δεν υπήρχε κάταγμα. Ποσότητα αίματος υπήρχε κάτω από τους ινιακούς λοβούς (στην οπίσθια πλευρά του εγκεφάλου), ενώ στη βάση του εγκεφάλου εντοπίστηκε θρόμβος αίματος ο οποίος πίεζε το στέλεχος του εγκεφάλου. Ωστόσο από την εξέταση των αιμοφόρων αγγείων στην περιοχή δεν παρατηρήθηκε οποιοδήποτε ανεύρισμα.

Ως αιτία θανάτου, ο ιατροδικαστής Κλέρκιν προσδιόριζε την ενδοκρανιακή αιμορραγία και την καρδιο-αναπνευστική ανακοπή ως αποτέλεσμα της πίεσης του θρόμβου αίματος στο καρδιο-αναπνευστικό κέντρο του εγκεφαλικού στελέχους.

Μη επαρκείς ενδείξεις...

Στην ετυμηγορία του ο θανατικός ανακριτής καθόρισε πως ο Ανδρέας Παναγιώτου πέθανε στις 19 Νοεμβρίου 1956 στις Πλάτρες, από ενδοκρανιακή αιμορραγία και καρδιo-αναπνευστική ανακοπή, που προκάλεσε η παρουσία θρόμβου αίματος στα καρδιακά και αναπνευστικά κέντρα του στελέχους του εγκεφάλου. Σημείωνε επίσης πως δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις για το πώς προκλήθηκαν αυτά τα τραύματα, αλλά είναι ξεκάθαρο πως προκλήθηκαν κατά την αποτυχημένη απόπειρα του Παναγιώτου να δραπετεύσει. Αυτό άλλωστε ισχυρίστηκαν και οι Βρετανοί που κλήθηκαν να δώσουν κατάθεση μετά τον θάνατο του ήρωα, ανάμεσα στους οποίους και δύο γνωστοί για τις βασανιστικές μεθόδους ανάκρισης που χρησιμοποιούσαν, Τζακ Μπάρλοου και Λάιονελ Σέιβορι, μέλη και οι δύο της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών.

mparlooy.jpg

Οι Βρετανοί ανακριτές Σέιβορι (αριστερά) και Μπάρλοου (δεξιά)

Συγκεκριμένα οι Μπάρλοου και Σέιβορι, αλλά και οι υπόλοιποι Βρετανοί που κλήθηκαν να καταθέσουν, ισχυρίστηκαν ότι κατά το κέρφιου που επεβλήθη στον Πολύστυπο στις 8 Νοεμβρίου του 1956, συνελήφθη ο Ανδρέας Παναγιώτου μαζί και με άλλους άνδρες του χωριού και όλοι μεταφέρθηκαν στο κέντρο κράτησης του πρώτου Τάγματος των Gordon Highlanders στις Πλάτρες. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του Παναγιώτου, ο Μπάρλοου κατέθεσε πως ανέθεσε στον Λοχία Σιούαρτ να τον ανακρίνει σε σχέση με την ανάμειξή του στην ΕΟΚΑ. Ο Παναγιώτου, ισχυρίστηκαν οι Βρετανοί, παραδέχθηκε στις 18 Νομεβρίου την εμπλοκή του στην οργάνωση και προθυμοποιήθηκε να τους υποδείξει χώρο στον οποίο υπήρχε κρυμμένος οπλισμός στα Χανδριά.

Μετά από αυτό οι Σέιβορι, Φέιχι, Σιούαρτ και Ερλ, κατεθεσαν πως το βράδυ της 18ης Νοεμβρίου και συγκεκριμένα στις 23.00 πήραν τον Ανδρέα Παναγιώτου με ιδιωτικό αυτοκίνητο προς Κυπερούντα για να τους υποδείξει το σημείο που «υπήρχε κρυμμένος οπλισμός». Κατά την άφιξή τους εκεί που τους είπε ο αγωνιστής να σταματήσουν, οι Βρετανοί είχαν πει ότι ο Παναγιώτου επιχείρησε να δραπετεύσει κατρακυλώντας απότομα από ένα λόφο, με αποτέλεσμα να μπορέσουν να τον επανασυλλάβουν. Είπαν μάλιστα πως φαινόταν ζαλισμένος από το πέσιμο, αλλά δεν παραπονέθηκε ούτε για τραύματα, ούτε για πόνους. Στη συνέχεια τον πήραν πίσω στον αστυνομικό σταθμό Πλατρών και τον παρέδωσαν στον φρουρό, μέλος των Gordon Highlanders, στρατιώτη Ντάνιελς. Οι ανακριτές δικαιολογώντας την αντίδρασή τους στην απόπειρα δραπέτευσης Παναγιώτου, ανέφεραν πως δεν πυροβόλησαν γιατί όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που δεν πρόλαβαν καν να ανασύρουν το υπηρεσιακό τους όπλο. Είπαν επίσης πως την επομένη ξανά πήγαν στο συγκεκριμένο σημείο για έρευνες, χωρίς ωστόσο να ανακαλύψουν κάτι.

Ο φρουρός στο κελί που μετέφεραν μετά την «απόπειρα δραπέτευσης» τον Ανδρέα Παναγιώτου, στρατιώτης Ντάνιελς, στη δική του κατάθεση, επιβεβαίωσε τους ανωτέρους του, λέγοντας ότι οι ανακριτές έφεραν τον Παναγιώτου γύρω στις 02.00 ξημερώματα της 19ης Νοεμβρίου και ότι φαινόταν καλά, ενώ δεν παραπονέθηκε ούτε για πόνους, ούτε για τραύματα. Είπε επίσης πως καθ’ όλη τη διάρκεια παραμονής του στο κελί δεν τον επισκέφθηκε κανένας, ούτε ζήτησε το οτιδήποτε. Στην αντεξέτασή του μάλιστα ο Βρετανός στρατιώτης υποστήριξε πως είχε φέρει φαγητό στον Παναγιώτου κάποια στιγμή το απόγευμα της 18ης Νοεμβρίου. Την επόμενη μέρα, και συγκεκριμένα, το πρωί στις 07.00 που τον ξανά είδε, είπε πως ήταν καλά, ξαπλωμένος στο κρεβάτι και κατάλαβε ότι κοιμόταν. Λίγο αργότερα, όμως, και συγκεκριμένα στις 08.15, όταν ο Ντάνιελς ξανά έλεγξε τον Παναγιώτου, είπε πως τον βρήκε πεσμένο στο έδαφος με το κεφάλι δεξιά και προς την πόρτα και κατάλαβε πως μάλλον ήταν νεκρός. Τότε, είπε πως ειδοποίησε τον γιατρό Μπάρκερ.

Οι αντιφάσεις που αγνοήθηκαν

Η δολοφονία του αγωνιστή Ανδρέα Παναγιώτου «βαφτίστηκε» με συνοπτικές διαδικασίες ως θάνατος που προκλήθηκε από πτώση του από λόφο, στην προσπάθειά του να δραπετεύσει.

Η δικαιολογία αυτή των βρετανικών αρχών που πολύ πρόθυμα έγινε αποδεκτή από τον θανατικό ανακριτή, δεν μπορούσε ωστόσο να καλύψει το χαώδες κενό που άφηναν πίσω τους οι αντιφάσεις και τα αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης.

Ανάμεσά τους και το ερώτημα, γιατί ένας γιατρός που υπηρετούσε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας να κληθεί να πιστοποιήσει τον θάνατο του αγωνιστή, όταν στις Πλάτρες υπήρχε ιατρική μονάδα του Τάγματος των Gordon Highlanders; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε ίσως να δοθεί μέσα από την μαρτυρία Ρόμπερτσον για τον νεαρό γιατρό του τάγματός του που αρνήθηκε να πιστοποιήσει τον θάνατο κρατούμενου επειδή όλη νύχτα τον είχαν δεμένο στο κρύο μέσα σε μια δεξαμενή με νερό.

Από την άλλη πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος με τόσο βαριά τραύματα ανάμεσα στα οποία και 9 σπασμένα πλευρά, να μην παραπονέθηκε καθόλου για πόνους, ούτε στους ανακριτές, ούτε στον φρουρό του κελιού του, όπως οι ίδιοι υποστήριξαν στις καταθέσεις τους;

Το ίδιο αντιφατικό και το εύρημα εσωτερικών τραυμάτων στο σώμα του Παναγιώτου κατά την νεκροτομή, τα οποία -όλως περιέργως- δεν είχαν αφήσει κανένα εξωτερικό αποτύπωμα μελανώματος.

Απόλυτα ασυνεπής με τα όσα κατέθεσαν οι εμπλεκόμενοι και η διαπίστωση του ιατροδικαστή, ότι το κρανίο του 28χρονου, ήταν λεπτότερο του φυσιολογικού, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την υποτιθέμενη πτώση του από λόφο.

Κορυφαία αντίφαση όλων, ωστόσο, και που διαψεύδει τους ισχυρισμούς των αποικιοκρατικών αρχών στο σύνολό τους, ήταν τα υπολείμματα σταφυλιού που βρέθηκαν στην κοιλιακή χώρα του Παναγιώτου από τον γιατρό Κλέρκιν κατά τη διενέργεια της νενομισμένης νεκροτομής. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει πως ο θάνατός του επήλθε το πολύ 3 ώρες μετά την κατανάλωση της τροφής αυτής. Στην κατάθεσή του όμως ο φρουρός Ντάνιελς είχε πει πως η μόνη φορά που πήρε φαγητό στον κρατούμενο κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του εκείνη την μέρα, ήταν κάποια στιγμή το απόγευμα της 18ης Νοεμβρίου. Πώς είναι δυνατό λοιπόν η τροφή αυτή να παρέμεινε αχώνευτη στο στομάχι του Παναγιώτου μέχρι την επόμενη μέρα στις 07.00 που οι Βρετανοί ισχυρίστηκαν ότι πέθανε ο κρατούμενος;

a.jpg
 
b.jpg

Από την κηδεία του ήρωα Ανδρέα Παναγιώτου στον Πολύστυπο


Ο Ανδρέας Παναγιώτου «φεύγοντας» άφησε πίσω του μια σύζυγο την Κυριακού που έμεινε χήρα στα 26 της μόλις χρόνια, ενώ δεν είχαν προλάβει να αποκτήσουν παιδιά. Ωστόσο, η μία από τις δύο κόρες της αδελφής της Κυριακούς η οποία της είχε και ιδιαίτερη αδυναμία, η κα Γιαννούλα Σάββα, μίλησε στο OMEGAlive και περιέγραψε αυτά τα οποία εκείνη -οκτάχρονη τότε- έζησε με τη σύλληψη και έπειτα με τον θάνατο του θείου της, Ανδρέα Παναγιώτου.

«Τότε έμεναν μαζί οι οικογένειες των δύο αδελφών –της μάνας μου και της θείας μου- και η θεία μου με είχε σαν παιδί της, ήμασταν πολύ δεμένες. Θυμάμαι όταν συλλάβανε τον θείο μου που είχαμε πάει δύο φορές στις Πλάτρες με τη θεία Κυριακού, για να του πάρει κουβέρτες και φαγητό, αλλά δεν μας άφησαν να τον δούμε. Μάλιστα τη δεύτερη φορά της είπε κάποιος εκεί ότι τον έχουν πάρει για ανάκριση και τον έχουν πάνω σε μια πλάκα από πάγο»

«Από την κηδεία του θείου μου, θυμάμαι που στο φέρετρο του είχαν βάλει ένα μαντίλι στο μέτωπο, ήταν το σημείο που του είχαν συνθλίψει το κρανίο, και να για να μην φαίνεται η σοκαριστική εικόνα το είχαν δέσει»

Η χήρα Κυρακού έφυγε από τη ζωή το 1995, ενώ από την οικογένεια του Ανδρέα Παναγιώτου ζουν ακόμη, σε προχωρημένη όμως ηλικία, οι δύο αδελφές του, Σταυρούλα και Μαρούλα.

Διαβάστε επίσης;

«Φκάρτε τις κουκούλες ρε κερατάες να δούμε τις φάτσες σας...»

«Έβγαζε αφρούς από το στόμα και μούγκριζε σαν θηρίο... Ήταν κτήνη, τον άφησαν πάνω στο τσιμέντο να πεθάνει»

«Θυμάμαι τον πατέρα μου στο φέρετρο και τα μαλλιά του καλυμμένα με αίμα»

«Ξέρουν ότι είναι ένοχοι... Αφού είδαν ότι ήταν τελειωμένος τον έριξαν στα συρματοπλέγματα και τον πυροβόλησαν!»

Τον παρέδωσαν στον πατέρα του με το κρανίο σπασμένο στα δύο - Ο 17χρονος αγωνιστής της ΕΟΚΑ και η μέρα που οι Βρετανοί αιματοκύλισαν την Αμμόχωστο